Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Calendar month
01
ημερολογιακός μήνας
one of the twelve divisions of the calendar year
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
calendar months
LanGeek



























