cafe
ca
ˈkæ
fe
feɪ
fei
chafecarafe
café

Ορισμός και σημασία του "cafe"στα αγγλικά

01

καφετέρια, καφενείο

a small restaurant that sells drinks and meals 
cafe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cafes
Παραδείγματα
The cozy cafe on the corner served delicious pastries and freshly brewed coffee. 

Το ζεστό καφέ στη γωνία σερβίριζε νόστιμα γλυκά και φρεσκοβρασμένο καφέ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store