to butt in
butt
bʌt
bat
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "butt in"στα αγγλικά

to butt in
01

διακόπτω, παρεμβαίνω στη συζήτηση

to interrupt a conversation 
to butt in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
butt
ενεστώτας
butt in
γ΄ ενικό πρόσωπο
butts in
ενεστώτα μετοχή
butting in
απλός αόριστος
butted in
παθητική μετοχή
butted in
Παραδείγματα
It's important not to butt in when someone is sharing a personal story. 

Είναι σημαντικό να μην παρεμβαίνεις όταν κάποιος μοιράζεται μια προσωπική ιστορία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store