Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to butt in
01
διακόπτω, παρεμβαίνω στη συζήτηση
to interrupt a conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
butt
ενεστώτας
butt in
γ΄ ενικό πρόσωπο
butts in
ενεστώτα μετοχή
butting in
απλός αόριστος
butted in
παθητική μετοχή
butted in
Παραδείγματα
It's important not to butt in when someone is sharing a personal story.
Είναι σημαντικό να μην παρεμβαίνεις όταν κάποιος μοιράζεται μια προσωπική ιστορία.



























