to butt in
Pronunciation
/bˈʌt ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "butt in"στα αγγλικά

to butt in
[phrase form: butt]
01

διακόπτω, παρεμβαίνω στη συζήτηση

to interrupt a conversation
to butt in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
butt
ενεστώτας
butt in
γ΄ ενικό πρόσωπο
butts in
ενεστώτα μετοχή
butting in
απλός αόριστος
butted in
παθητική μετοχή
butted in
Παραδείγματα
He always butts in when we're discussing serious matters.
Πάντα παρεμβαίνει όταν συζητάμε σοβαρά θέματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store