Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to butt in
[phrase form: butt]
01
διακόπτω, παρεμβαίνω στη συζήτηση
to interrupt a conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
butt
ενεστώτας
butt in
γ΄ ενικό πρόσωπο
butts in
ενεστώτα μετοχή
butting in
απλός αόριστος
butted in
παθητική μετοχή
butted in
Παραδείγματα
He always butts in when we're discussing serious matters.
Πάντα παρεμβαίνει όταν συζητάμε σοβαρά θέματα.



























