butcher
butcher
'bʊʧə
boochē
botcher

Ορισμός και σημασία του "butcher"στα αγγλικά

01

κρεοπώλης, χασάπης

someone who cuts up and sells meat as a job 
butcher definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butchers
Παραδείγματα
The butcher carefully trimmed the beef to remove excess fat. 

Ο κρεοπώλης αφαίρεσε προσεκτικά το παραπανίσιο λίπος από το βοδινό.

02

κρεοπώλης, χασάπης

a retailer of meat 
butcher definition and meaning
03

σφαγέας, αδίστακτος δολοφόνος

a brutal indiscriminate murderer 
04

κρεοπώλης, αδέξιος

someone who makes mistakes because of incompetence 
to butcher
01

σφάζω, κομματιάζω

to kill and prepare animals, typically for food 
Transitive: to butcher an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
butcher
γ΄ ενικό πρόσωπο
butchers
ενεστώτα μετοχή
butchering
απλός αόριστος
butchered
παθητική μετοχή
butchered
Παραδείγματα
The farmer butchers chickens for meat to sell at the local market. 

Ο αγρότης σφάζει κοτόπουλα για κρέας για πώληση στην τοπική αγορά.

02

σφαγιάζω, κατασφάζω

to kill people in a brutal and cruel way 
Transitive: to butcher sb
Παραδείγματα
The invaders butchered innocent civilians in the village. 

Οι εισβολείς σφάγιασαν αθώους πολίτες στο χωριό.

03

καταστρέφω, χαλώ

to completely ruin something intentionally or due to lack of skill or care 
Transitive: to butcher sth
Παραδείγματα
He butchered the presentation by forgetting all the main points. 

Κατέστρεψε την παρουσίαση ξεχνώντας όλα τα κύρια σημεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store