Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Butcher
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butchers
Παραδείγματα
The local butcher sources his meat from nearby farms, ensuring freshness and quality.
Ο τοπικός κρεοπώλης προμηθεύεται το κρέας του από κοντινά αγροκτήματα, διασφαλίζοντας φρεσκάδα και ποιότητα.
02
κρεοπώλης, χασάπης
a retailer of meat
03
σφαγέας, αδίστακτος δολοφόνος
a brutal indiscriminate murderer
04
κρεοπώλης, αδέξιος
someone who makes mistakes because of incompetence
to butcher
01
σφάζω, κομματιάζω
to kill and prepare animals, typically for food
Transitive: to butcher an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
butcher
γ΄ ενικό πρόσωπο
butchers
ενεστώτα μετοχή
butchering
απλός αόριστος
butchered
παθητική μετοχή
butchered
Παραδείγματα
The family together butchered the chickens they raised for their dinner.
Η οικογένεια μαζί σφάξαμε τα κοτόπουλα που αναθρέψαμε για το δείπνο τους.
02
σφαγιάζω, κατασφάζω
to kill people in a brutal and cruel way
Transitive: to butcher sb
Παραδείγματα
The gangsters butchered their rivals in a brutal turf war.
Οι γκάνγκστερ σφαγίασαν τους αντιπάλους τους σε έναν βάναυσο πόλεμο εδάφους.
03
καταστρέφω, χαλώ
to completely ruin something intentionally or due to lack of skill or care
Transitive: to butcher sth
Παραδείγματα
The novel had a promising storyline, but the movie adaptation butchered it by changing crucial plot points.
Το μυθιστόρημα είχε μια υποσχόμενη πλοκή, αλλά η κινηματογραφική προσαρμογή την κατέστρεψε αλλάζοντας κρίσιμα σημεία της πλοκής.



























