Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
burned
01
καμένο, ανθρακωμένο
ruined by overcooking
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most burned
συγκριτικός βαθμός
more burned
διαβαθμίσιμο
02
καμένος, καταστραμμένος από φωτιά
destroyed or badly damaged by fire
03
καμένο, ανθρακωμένο
damaged or altered by exposure to excessive heat or fire, resulting in a charred or blackened appearance and often an undesirable flavor
Παραδείγματα
The burned cookies were dark and crispy from staying in the oven too long.
Τα καμένα μπισκότα ήταν σκούρα και τραγανά επειδή έμειναν πολύ στον φούρνο.
04
εξαντλημένος, χωρίς δικαστική προσφυγή
(legal) exhausted all avenues for appeal
αργκό
Παραδείγματα
After the final ruling, he was burned and had no recourse.
Μετά την τελική απόφαση, εξαντλήθηκε και δεν είχε κανένα ένδικο μέσο.
Λεξικό Δέντρο
burned
burn



























