Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
burned
01
καμένο, ανθρακωμένο
ruined by overcooking
02
καμένος, καταστραμμένος από φωτιά
destroyed or badly damaged by fire
03
καμένο, ανθρακωμένο
damaged or altered by exposure to excessive heat or fire, resulting in a charred or blackened appearance and often an undesirable flavor
Παραδείγματα
Touching something hot left him with a burned hand.
Το άγγιγμα κάτι ζεστού του άφησε ένα καμένο χέρι.
04
εξαντλημένος, χωρίς δικαστική προσφυγή
(legal) exhausted all avenues for appeal
Παραδείγματα
The lawyer warned him that pursuing further appeals would be futile; he was burned.
Ο δικηγόρος τον προειδοποίησε ότι η παρακολούθηση περαιτέρω εφέσεων θα ήταν μάταιη· ήταν καμένος.
Λεξικό Δέντρο
burned
burn



























