Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burn out
01
καίω εντελώς, καταστρέφω με φωτιά
to destroy completely, especially by fire
Transitive: to burn out sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
burn
ενεστώτας
burn out
γ΄ ενικό πρόσωπο
burns out
ενεστώτα μετοχή
burning out
απλός αόριστος
burned out
παθητική μετοχή
burned out
Παραδείγματα
The intense heat from the explosion burned out the surrounding vegetation.
Η έντονη θερμότητα από την έκρηξη έκαψε την περιβάλλουσα βλάστηση.
02
σβήνω, καίω μέχρι τέλους
to stop burning due to a lack of oxygen, fuel, or heat
Intransitive
Παραδείγματα
The torch burned out just as they reached the cave entrance.
Ο φακός έσβησε ακριβώς όταν έφτασαν στην είσοδο της σπηλιάς.
03
εξαντλούμαι, καίγομαι
to feel very tired from working too much over a period of time
Transitive: to burn out sb
Παραδείγματα
She burned herself out by taking on too many projects at once.
Εξουθενώθηκε παίρνοντας πολλά projects ταυτόχρονα.
04
καίω, καταστρέφω
to stop working due to damage from heat
Intransitive
Transitive: to burn out a device
Παραδείγματα
She accidentally burned the motor out by overusing the blender.
Έκαψε κατά λάθος τον κινητήρα υπερχρησιμοποιώντας το μπλέντερ.
burn out
01
με προκλητικό τρόπο, προκλητικά
in a provocative manner
γραμματικές πληροφορίες



























