Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burn off
[phrase form: burn]
01
καίω, καθαρίζω με φωτιά
to use a flame to remove something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
burn
ενεστώτας
burn off
γ΄ ενικό πρόσωπο
burns off
ενεστώτα μετοχή
burning off
απλός αόριστος
burnt off
παθητική μετοχή
burnt off
Παραδείγματα
The farmer needed to burn off the stubble in the field after harvest.
Ο αγρότης χρειαζόταν να καύσει τα υπολείμματα στο χωράφι μετά τη συγκομιδή.
02
καίω, καταναλώνω
to consume energy by doing physical activity
Παραδείγματα
The new fitness program aims to help participants burn off fat effectively.
Το νέο πρόγραμμα γυμναστικής στοχεύει να βοηθήσει τους συμμετέχοντες να καίνε λίπος αποτελεσματικά.



























