burn down
burn
bɜ:n
μπερν
down
daʊn
νταουν
/bˈɜːn dˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "burn down"στα αγγλικά

to burn down
[phrase form: burn]
01

καίγομαι ολοσχερώς, μετατρέπομαι σε στάχτη

to be completely destroyed by fire, leaving nothing behind
to burn down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
burn
ενεστώτας
burn down
γ΄ ενικό πρόσωπο
burns down
ενεστώτα μετοχή
burning down
απλός αόριστος
burned down
παθητική μετοχή
burned down
Παραδείγματα
The factory, already weakened by age, started to burn down after an electrical malfunction.
Το εργοστάσιο, που είχε ήδη αποδυναμωθεί από την ηλικία, άρχισε να καίγεται ολοσχερώς μετά από μια ηλεκτρική δυσλειτουργία.
02

καίω ολοσχερώς, μετατρέπω σε στάχτη

to cause something to be entirely destroyed by fire
Παραδείγματα
The protesters threatened to burn the city hall down if their demands were not met.
Οι διαμαρτυρόμενοι απείλησαν ότι θα έκαιγαν το δημαρχείο αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store