Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burn down
01
καίγομαι ολοσχερώς, μετατρέπομαι σε στάχτη
to be completely destroyed by fire, leaving nothing behind
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
burn
ενεστώτας
burn down
γ΄ ενικό πρόσωπο
burns down
ενεστώτα μετοχή
burning down
απλός αόριστος
burned down
παθητική μετοχή
burned down
Παραδείγματα
The house tragically burned down while the family was away on vacation.
Το σπίτι κάηκε τραγικά ενώ η οικογένεια ήταν σε διακοπές.
02
καίω ολοσχερώς, μετατρέπω σε στάχτη
to cause something to be entirely destroyed by fire
Παραδείγματα
The historic mansion was burned down by a devastating fire.
Το ιστορικό αρχοντικό κάηκε από μια καταστροφική πυρκαγιά.



























