Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bumbling
01
αδέξιος, άχαρος
lacking physical movement skills, especially with the hands
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bumbling
bumble
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αδέξιος, άχαρος
LanGeek
Λεξικό Δέντρο