Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bully
01
νταής, εκφοβιστής
a person who likes to threaten, scare, or hurt others, particularly people who are weaker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bullies
Παραδείγματα
It's important for parents to teach their children about empathy and kindness to prevent them from becoming bullies.
Είναι σημαντικό για τους γονείς να διδάσκουν τα παιδιά τους για την ενσυναίσθηση και την καλοσύνη για να τα αποτρέψουν από το να γίνουν νταήδες.
to bully
01
εκφοβίζω, τρομοκρατώ
to use power or influence to frighten or harm someone weaker or more vulnerable
Transitive: to bully sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bully
γ΄ ενικό πρόσωπο
bullies
ενεστώτα μετοχή
bullying
απλός αόριστος
bullied
παθητική μετοχή
bullied
Παραδείγματα
The older kids would often bully the younger students, teasing them and taking their belongings.
Τα μεγαλύτερα παιδιά συχνά εκφοβίζουν τα μικρότερα, πειράζοντάς τα και παίρνοντας τα πράγματά τους.
02
εκφοβίζω, τυραννώ
be bossy towards
bully
01
πολύ καλό, εξαιρετικό
very good
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bulliest
συγκριτικός βαθμός
bullier
διαβαθμίσιμο



























