Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bully
01
νταής, εκφοβιστής
a person who likes to threaten, scare, or hurt others, particularly people who are weaker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bullies
Παραδείγματα
The bully was given a warning for his behavior.
Ο νταής έλαβε μια προειδοποίηση για τη συμπεριφορά του.
to bully
01
εκφοβίζω, τρομοκρατώ
to use power or influence to frighten or harm someone weaker or more vulnerable
Transitive: to bully sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bully
γ΄ ενικό πρόσωπο
bullies
ενεστώτα μετοχή
bullying
απλός αόριστος
bullied
παθητική μετοχή
bullied
Παραδείγματα
The online troll would bully people on social media, leaving hurtful comments and spreading negativity.
Ο διαδικτυακός τρολ εκφοβίζει ανθρώπους στα κοινωνικά δίκτυα, αφήνοντας βλαβερά σχόλια και διαδίδοντας αρνητικότητα.
02
εκφοβίζω, τυραννώ
be bossy towards
bully
01
πολύ καλό, εξαιρετικό
very good
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bulliest
συγκριτικός βαθμός
bullier
διαβαθμίσιμο



























