Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulimia
01
βουλιμία, παθολογικά ακόρεστη πείνα
pathologically insatiable hunger (especially when caused by brain lesions)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02
βουλιμία, διαταραχή υπερφαγίας
a mental illness which causes a person to eat too much and then forces themselves to vomit to maintain their weight



























