Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bubble over
01
ξεχειλίζω, βράζω και ξεχειλίζω
(of a liquid or substance) to boil and spill over the edges of its container
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
bubble
ενεστώτας
bubble over
γ΄ ενικό πρόσωπο
bubbles over
ενεστώτα μετοχή
bubbling over
απλός αόριστος
bubbled over
παθητική μετοχή
bubbled over
Παραδείγματα
The hot milk bubbled over when I forgot to adjust the temperature.
Το ζεστό γάλα αφρίζει και ξεχειλίζει όταν ξεχάσω να ρυθμίσω τη θερμοκρασία.
02
ξεχειλίζω, εκρήγνυμαι από
to have a feeling or emotion become so strong that it becomes visible to others
Παραδείγματα
She couldn't contain her joy, and it bubbled her over during the celebration.
Δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη χαρά της, και ξέχυσε κατά τη διάρκεια της γιορτής.



























