Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Browsing
01
περιήγηση
the act of feeding by continual nibbling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
browsings
02
περιήγηση, ξεφύλλισμα
the act of looking through or searching for information, usually on the Internet or in books or magazines
Παραδείγματα
I did a lot of browsing before buying the phone.
Έκανα πολύ περιήγηση πριν αγοράσω το τηλέφωνο.
Λεξικό Δέντρο
browsing
browse



























