brown bread
brown
braʊn
brawn
bread
brɛd
bred

Ορισμός και σημασία του "brown bread"στα αγγλικά

01

μαύρο ψωμί, ολικής άλεσης ψωμί

a type of bread that is made with flour that includes the entire wheat kernel, resulting in a darker color and a denser texture than white bread 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brown breads
02

ολικής άλεσης ψωμί, ψωμί ολικής αλέσεως

bread made with whole wheat flour 
brown bread
01

καφέ ψωμί, νεκρός

(Cockney rhyming slang) no longer alive 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He's brown bread after the accident. 

Είναι καφέ ψωμί μετά το ατύχημα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store