brouhaha
brou
ˈbru
μπρου
ha
χα
ha
ˌhɑ
χα
/bɹa‍ʊhˈɑːhɐ/

Ορισμός και σημασία του "brouhaha"στα αγγλικά

01

θόρυβος

a confused disturbance far greater than its cause merits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

θόρυβος, φασαρία

loud confused noise from many sources
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store