Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brotherhood
01
αδελφότητα, αδελφικός δεσμός
the kinship or familial bond among male siblings
Παραδείγματα
Their close brotherhood lasted throughout childhood.
Η στενή αδελφότητα τους διήρκεσε σε όλη την παιδική ηλικία.
02
αδελφότητα, φιλία
the feeling of understanding and friendship between people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brotherhoods
Παραδείγματα
The brotherhood among the soldiers was evident as they supported each other through difficult times during the mission.
Η αδελφότητα μεταξύ των στρατιωτών ήταν εμφανής καθώς υποστήριζαν ο ένας τον άλλον σε δύσκολες στιγμές κατά τη διάρκεια της αποστολής.
03
αδελφότητα, συντεχνία
a group of people united by participation in the same occupation or profession
Παραδείγματα
The brotherhood of carpenters met weekly to discuss projects.
Η αδελφότητα των ξυλουργών συναντιόταν εβδομαδιαία για να συζητήσει έργα.
04
συνδικάτο, αδελφότητα εργατών
an organized association of workers or employees, typically for collective bargaining
Παραδείγματα
The railway brotherhood demanded higher wages.
Η σιδηροδρομική αδελφότητα ζήτησε υψηλότερους μισθούς.



























