brothel
bro
ˈbrɒ
bro
thel
θəl
thēl

Ορισμός και σημασία του "brothel"στα αγγλικά

01

πορνείο, οίκος ανοχής

a place where people engage in sexual activities in exchange for money 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
brothels
Παραδείγματα
The brothel was known for its discreet services and luxurious accommodations. 

Το πορνείο ήταν γνωστό για τις διακριτικές του υπηρεσίες και τις πολυτελείς διαμονές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store