bronchiole
bron
ˈbrɑ:n
μπραν
chiole
ˌkɪoʊl
κιουλ
/bɹˈɒnkɪˌəʊl/

Ορισμός και σημασία του "bronchiole"στα αγγλικά

01

βρογχιόλιο, μικρός αεραγωγός

a small airway in the respiratory system that leads from the bronchi to the alveoli in the lungs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bronchioles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store