Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Broken heart
01
ραγισμένη καρδιά, μεγάλη λύπη
a state of great sorrow and sadness caused by the ending of a romantic relationship or the death of a loved one
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She had a broken heart after her boyfriend left her.
Η καρδιά της ήταν ραγισμένη αφού την άφησε ο φίλος της.



























