briticism
bri
ˈbrɪ
μπρι
ti
τι
ci
σι
sm
zəm
ζαμ
britishism

Ορισμός και σημασία του "briticism"στα αγγλικά

01

βρετανισμός, βρετανική αγγλική έκφραση

a word, expression or idiom that is only used in British English 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
briticism

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store