Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brink
01
στην άκρη, στο όριο
the point at which something, especially an important, dangerous, or exciting event, is about to occur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brinks
Παραδείγματα
The country was on the brink of war.
Η χώρα ήταν στα πρόθυρα του πολέμου.
02
σύνορο, άκρη
a border or dividing line marking the limit of an area or region
Παραδείγματα
They stood at the brink between two countries.
Στάθηκαν στο σύνορο μεταξύ δύο χωρών.
03
το χείλος, η άκρη
the very edge of a steep slope or drop
Παραδείγματα
He stood on the brink of the cliff, looking down at the ocean.
Στάθηκε στην άκρη του βράχου, κοιτώντας προς τον ωκεανό από κάτω.



























