Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Addict
01
εθισμένος, τοξικομανής
someone who cannot stop taking, using, or smoking a substance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
addicts
Παραδείγματα
The rehab center provides support and treatment for addicts struggling with substance abuse.
Το κέντρο αποκατάστασης παρέχει υποστήριξη και θεραπεία στους εθισμένους που αγωνίζονται με την κατάχρηση ουσιών.
02
εθισμένος, φανατικός
a person deeply devoted to or obsessed with an activity, interest, or pursuit, in a way resembling dependency
Παραδείγματα
He's a fitness addict who never misses a workout.
Είναι ένας εθισμένος στη γυμναστική που δεν χάνει ποτέ μια προπόνηση.
to addict
01
κάνει εξαρτημένο, συνηθίζω
to make someone dependent on a substance or habit, especially a narcotic drug
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
addict
γ΄ ενικό πρόσωπο
addicts
ενεστώτα μετοχή
addicting
απλός αόριστος
addicted
παθητική μετοχή
addicted
Παραδείγματα
Prolonged use of the medicine can addict the patient.
Η παρατεταμένη χρήση του φαρμάκου μπορεί να εθίσει τον ασθενή.



























