illustrated
Pronunciation
/ˈɪɫəˌstɹeɪtəd/, /ˈɪɫəˌstɹeɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "illustrated"στα αγγλικά

illustrated
01

εικονογραφημένος, διακοσμημένος με σχέδια

decorated with pictures, diagrams, or drawings to become clearer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illustrated
συγκριτικός βαθμός
more illustrated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The textbook has illustrated sections to explain complex concepts.
Το σχολικό βιβλίο έχει εικονογραφημένες ενότητες για να εξηγήσει πολύπλοκες έννοιες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store