illustrated
i
ˈɪ
i
llust
ləst
lēst
ra
reɪ
rei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "illustrated"στα αγγλικά

illustrated
01

εικονογραφημένος, διακοσμημένος με σχέδια

decorated with pictures, diagrams, or drawings to become clearer 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most illustrated
συγκριτικός βαθμός
more illustrated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The book has an illustrated guide to different species of birds. 

Το βιβλίο έχει έναν εικονογραφημένο οδηγό για διαφορετικά είδη πουλιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store