scrooge
scrooge
skru:ʤ
skrooj
stoogeluge

Ορισμός και σημασία του "scrooge"στα αγγλικά

01

τσιγκούνης, φιλάργυρος

a person who is excessively stingy or miserly, unwilling to spend money or show generosity, often to the point of being socially unappealing or mean 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
scrooges
Παραδείγματα
He refuses to buy anything that's not on sale; he's such a Scrooge. 

Αρνείται να αγοράσει οτιδήποτε δεν είναι σε προσφορά· είναι ένας πραγματικός Scrooge.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store