Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
High rider
01
υψηλό όχημα, αυτοκίνητο με υψηλή ανάρτηση
a vehicle, especially a car or truck, that is modified to have a raised suspension, resulting in a higher ride height than standard vehicles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
high riders
Παραδείγματα
He’s driving a high rider now, making it easier to see over other cars.
Οδηγάει ένα high rider τώρα, κάνοντας ευκολότερο να βλέπει πάνω από άλλα αυτοκίνητα.



























