four-eyes
four
fɔ:
faw
eyes
aɪz
aiz

Ορισμός και σημασία του "four-eyes"στα αγγλικά

01

τετράφθαλμος, γυαλιάς

someone who wears glasses, often implying that the person is nerdy or socially awkward 
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
four-eyes
Παραδείγματα
The kids at school used to call him a four-eyes just because he wore glasses. 

Τα παιδιά στο σχολείο τον έλεγαν τετράματο μόνο και μόνο επειδή φορούσε γυαλιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store