beached whale
beached
bi:ʧt
bicht
whale
weɪl
veil

Ορισμός και σημασία του "beached whale"στα αγγλικά

01

παγιδευμένη φάλαινα, παγιδευμένη φώκια

someone who is lying down or immobile, often due to overeating or laziness 
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beached whales
Παραδείγματα
After the buffet, I was like a beached whale, too full to move. 

Μετά το μπουφέ, ήμουν σαν μια παραλιακή φάλαινα, πολύ γεμάτος για να κινηθώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store