Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adam
01
Αδάμ (Παλαιά Διαθήκη) στη ιουδαιο-χριστιανική μυθολογία· ο πρώτος άνθρωπος και ο σύζυγος της Εύας και ο πρόγονος του ανθρώπινου γένους
(Old Testament) in Judeo-Christian mythology; the first man and the husband of Eve and the progenitor of the human race
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
κύριο
02
οδικές ονομασίες για τη μεθυλοενδιοξυμεθαμφεταμίνη, κοινές ονομασίες της MDMA
street names for methylenedioxymethamphetamine



























