Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jaw jack
01
φλυαρώ ασταμάτητα, κουβεντιάζω ασκόπα
to talk excessively or engage in pointless conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jaw jack
γ΄ ενικό πρόσωπο
jaw jacks
ενεστώτα μετοχή
jaw jacking
απλός αόριστος
jaw jacked
παθητική μετοχή
jaw jacked
Παραδείγματα
They spent the whole afternoon jaw jacking about their favorite TV shows.
Πέρασαν όλο το απόγευμα κουτσομπολεύοντας για τις αγαπημένες τους τηλεοπτικές εκπομπές.



























