to jaw jack
jaw
ʤɔ:
jaw
jack
ʤæk
jāk

Ορισμός και σημασία του "jaw jack"στα αγγλικά

to jaw jack
01

φλυαρώ ασταμάτητα, κουβεντιάζω ασκόπα

to talk excessively or engage in pointless conversation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jaw jack
γ΄ ενικό πρόσωπο
jaw jacks
ενεστώτα μετοχή
jaw jacking
απλός αόριστος
jaw jacked
παθητική μετοχή
jaw jacked
Παραδείγματα
They spent the whole afternoon jaw jacking about their favorite TV shows. 

Πέρασαν όλο το απόγευμα κουτσομπολεύοντας για τις αγαπημένες τους τηλεοπτικές εκπομπές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store