Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dis
01
δείχνω ασέβεια, περιφρονώ
to show disrespect or contempt towards someone, often by insulting or belittling them
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diss
γ΄ ενικό πρόσωπο
disses
ενεστώτα μετοχή
dissing
απλός αόριστος
dissed
παθητική μετοχή
dissed
Παραδείγματα
He totally dissed me at the party by ignoring my greeting.
Με ατίμασε εντελώς στο πάρτι αγνοώντας τον χαιρετισμό μου.



























