Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dis
01
δείχνω ασέβεια, περιφρονώ
to show disrespect or contempt towards someone, often by insulting or belittling them
Informal
Offensive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
diss
γ΄ ενικό πρόσωπο
disses
ενεστώτα μετοχή
dissing
απλός αόριστος
dissed
παθητική μετοχή
dissed
Παραδείγματα
Why would you dis someone who ’s been nothing but nice to you?
Γιατί θα προσβάλεις κάποιον που δεν ήταν παρά ευγενικός μαζί σου;



























