Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to poo-poo
01
κάνω κακά, κάνω πoπó
(said in a playful or childlike manner) to defecate
Παραδείγματα
The baby giggled and proudly exclaimed, " I poo-pooed in my diaper! "
Το μωρό γέλασε και είπε με περηφάνια: "Έκανα κακά στην πάνα μου!"



























