Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to poo-poo
01
κάνω κακά, κάνω πoπó
(said in a playful or childlike manner) to defecate
Culturally sensitive
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
poo-poo
γ΄ ενικό πρόσωπο
poo-poos
ενεστώτα μετοχή
poo-pooing
απλός αόριστος
poo-pooed
παθητική μετοχή
poo-pooed
Παραδείγματα
The baby giggled and proudly exclaimed, " I poo-pooed in my diaper! "
Το μωρό γέλασε και είπε με περηφάνια: "Έκανα κακά στην πάνα μου!"



























