Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to poo-poo
01
κάνω κακά, κάνω πoπó
(said in a playful or childlike manner) to defecate
πολιτισμικά ευαίσθητο
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
poo-poo
γ΄ ενικό πρόσωπο
poo-poos
ενεστώτα μετοχή
poo-pooing
απλός αόριστος
poo-pooed
παθητική μετοχή
poo-pooed
Παραδείγματα
"I need to poo-poo," the toddler said, running to the potty.
"Πρέπει να κάνω **κακά"", είπε το μικρό παιδί, τρέχοντας προς το βάζο.



























