to poo-poo
Pronunciation
/pˈuːpˈuː/
/pˈuːpˈuː/

Ορισμός και σημασία του "poo-poo"στα αγγλικά

to poo-poo
01

κάνω κακά, κάνω πoπó

(said in a playful or childlike manner) to defecate
Culturally sensitive
Disapproving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
poo-poo
γ΄ ενικό πρόσωπο
poo-poos
ενεστώτα μετοχή
poo-pooing
απλός αόριστος
poo-pooed
παθητική μετοχή
poo-pooed
Παραδείγματα
The baby giggled and proudly exclaimed, " I poo-pooed in my diaper! "
Το μωρό γέλασε και είπε με περηφάνια: "Έκανα κακά στην πάνα μου!"
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store