Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gender inequality
01
ανισότητα των φύλων, διακρίσεις λόγω φύλου
the unfair treatment of people based on their gender, where one gender, usually women, has fewer rights, opportunities, or resources than the other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
In some countries, gender inequality means girls do n’t have the same education opportunities as boys.
Σε ορισμένες χώρες, η ανισότητα των φύλων σημαίνει ότι τα κορίτσια δεν έχουν τις ίδιες ευκαιρίες εκπαίδευσης με τα αγόρια.



























