Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
time-conscious
01
συνειδητοποιημένος χρόνου, επικεντρωμένος στην αποτελεσματική χρήση του χρόνου
being aware of and focused on the efficient use of time
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most time-conscious
συγκριτικός βαθμός
more time-conscious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She’s very time-conscious and always plans her day carefully.
Είναι πολύ συνειδητή του χρόνου και πάντα σχεδιάζει προσεκτικά την ημέρα της.



























