Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Whatsit
01
πράγμα, κάτι
a word used to refer to an object, device, or person when the name is unknown, forgotten, or irrelevant at the moment
Dialect
British
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
whatsits
Παραδείγματα
Can you hand me the whatsit on the counter?
Μπορείς να μου δώσεις το πράγμα στο πάγκο;
Λεξικό Δέντρο
whatsit
what
sit



























