low technology
low
ˈləʊ
lew
tech
tɛk
tek
no
no
lo
gy
ʤi
ji
low-tech
low-technology

Ορισμός και σημασία του "low technology"στα αγγλικά

Low technology
01

χαμηλή τεχνολογία, απλή τεχνολογία

simple tools, methods, or devices that do not rely heavily on advanced or modern technology 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
low technologies
Παραδείγματα
Farming in rural areas often uses low technology to sustain crops. 

Η γεωργία στις αγροτικές περιοχές χρησιμοποιεί συχνά χαμηλή τεχνολογία για τη διατήρηση των καλλιεργειών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store