Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cliquey
01
αποκλειστικός, κλειστός
acting like a small, exclusive group that does not include others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cliquiest
συγκριτικός βαθμός
cliquier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
social, behavior, groups
Παραδείγματα
The office felt cliquey, with groups that ignored newcomers.
Το γραφείο φαινόταν κλειστό, με ομάδες που αγνοούσαν τους νέους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cliquey
clique



























