cliquey
cliqu
ˈkli:k
klik
ey
i
i

Ορισμός και σημασία του "cliquey"στα αγγλικά

01

αποκλειστικός, κλειστός

acting like a small, exclusive group that does not include others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
cliquiest
συγκριτικός βαθμός
cliquier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The office felt cliquey, with groups that ignored newcomers. 

Το γραφείο φαινόταν κλειστό, με ομάδες που αγνοούσαν τους νέους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store