Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cliquey
01
αποκλειστικός, κλειστός
acting like a small, exclusive group that does not include others
Παραδείγματα
She avoided the cliquey kids and made friends elsewhere.
Απέφυγε τα cliquey παιδιά και έκανε φίλους αλλού.
Λεξικό Δέντρο
cliquey
clique



























