Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Holiday entitlement
01
δικαίωμα σε αμειβόμενες άδειες, ημέρες αμειβόμενης άδειας
the amount of paid time off or vacation days an employee must take during a year by law or contract
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
holiday entitlements
Παραδείγματα
Employees in this company have a holiday entitlement of 25 days per year.
Οι εργαζόμενοι σε αυτήν την εταιρεία έχουν δικαίωμα άδειας 25 ημερών ετησίως.
LanGeek



























