to keep ahead
keep
ˈki:p
kip
a
a
a
head
hɛd
hed

Ορισμός και σημασία του "keep ahead"στα αγγλικά

to keep ahead
01

διατηρώ το πλεονέκτημα, παραμένω μπροστά

to maintain an advantage over others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ahead
βασικό ρήμα
keep
ενεστώτας
keep ahead
γ΄ ενικό πρόσωπο
keeps ahead
ενεστώτα μετοχή
keeping ahead
απλός αόριστος
kept ahead
παθητική μετοχή
kept ahead
Παραδείγματα
She works hard to keep ahead of her competitors. 

Δουλεύει σκληρά για να παραμείνει μπροστά από τους ανταγωνιστές της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store