forward planning
for
ˈfɔ:
faw
ward
wəd
vēd
pla
plæ
plā
nning
nɪng
ning

Ορισμός και σημασία του "forward planning"στα αγγλικά

Forward planning
01

προκαταρκτικός σχεδιασμός, προληπτική προετοιμασία

the act of organizing and preparing for future events or needs in advance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
forward plannings
Παραδείγματα
She always does forward planning before a big event. 

Πάντα κάνει προκαταρκτικό σχεδιασμό πριν από ένα μεγάλο γεγονός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store