Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go downhill
[phrase form: go]
01
επιδεινώνομαι, κατρακυλώ
to get worse in quality, condition, or performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
downhill
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go downhill
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes downhill
ενεστώτα μετοχή
going downhill
απλός αόριστος
went downhill
παθητική μετοχή
gone downhill
Παραδείγματα
Their relationship went downhill after they stopped communicating.
Η σχέση τους επιδεινώθηκε αφού σταμάτησαν να επικοινωνούν.



























