Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go downhill
01
επιδεινώνομαι, κατρακυλώ
to get worse in quality, condition, or performance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
downhill
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go downhill
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes downhill
ενεστώτα μετοχή
going downhill
απλός αόριστος
went downhill
παθητική μετοχή
gone downhill
Παραδείγματα
Sales have gone downhill since the product launch.
Οι πωλήσεις έχουν πτώση από την κυκλοφορία του προϊόντος.



























