had better do  something
had
hæd
hād
better
betə
betē
do
something

Ορισμός και σημασία του "had better do something "στα αγγλικά

had better do something
01

καλύτερα να κάνει κάτι, πρέπει να κάνει κάτι

to suggest or recommend that someone do something because it is important or necessary 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
better
βασικό ρήμα
had
ενεστώτας
had better
γ΄ ενικό πρόσωπο
had better
ενεστώτα μετοχή
having better
απλός αόριστος
had better
παθητική μετοχή
had better
Παραδείγματα
We'd better leave now, or we will miss the train. 

Καλύτερα να φύγουμε τώρα, αλλιώς θα χάσουμε το τρένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store