Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
had better do something
/hɐd bˈɛɾɚ dˈuː ˌɛstˌiːˈeɪtʃ/
/hɐd bˈɛtə dˈuː ˌɛstˌiːˈeɪtʃ/
had better do something
01
καλύτερα να κάνει κάτι, πρέπει να κάνει κάτι
to suggest or recommend that someone do something because it is important or necessary
Παραδείγματα
She had better apologize if she wants to keep her job.
Καλύτερα να ζητήσει συγγνώμη αν θέλει να κρατήσει τη δουλειά της.



























