in company
in
ɪn
in
com
kʌm
kam
pa
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "in company"στα αγγλικά

01

στην εταιρεία, στην κοινωνία

with other people in a social setting or group 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The children were shy in company but talkative at home. 

Τα παιδιά ήταν ντροπαλά σε παρέα αλλά ομιλητικά στο σπίτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store