in company
in
ˈɪn
ιν
com
kʌm
καμ
pa
πα
ny
ni
νι
British pronunciation
/ɪn kˈʌmpəni/

Ορισμός και σημασία του "in company"στα αγγλικά

01

στην εταιρεία, στην κοινωνία

with other people in a social setting or group
example
Παραδείγματα
He never criticizes his friends in company.
Ποτέ δεν επικρίνει τους φίλους του σε κοινωνικές συναθροίσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store