Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
on demand
01
κατ' απαίτηση, κατά παραγγελία
available to access or use whenever requested, typically used for streaming or digital services
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most on demand
συγκριτικός βαθμός
more on demand
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie is available on demand through the streaming platform.
Η ταινία είναι διαθέσιμη κατά παραγγελία μέσω της πλατφόρμας streaming.



























