heavy sleeper
hea
ˈhɛ
he
vy
vi
vi
slee
sli:
sli
per

Ορισμός και σημασία του "heavy sleeper"στα αγγλικά

01

βαθύς κοιμώμενος, βαρύς κοιμώμενος

someone who sleeps very deeply and is not easily awakened by noise or disturbances 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
heavy sleepers
Παραδείγματα
He’s a heavy sleeper and didn’t hear the alarm go off. 

Είναι βαθύς ύπνος και δεν άκουσε το ξυπνητήρι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store