early retirement
ear
ˈɜ:
ē
ly
li
li
re
ri
tire
taɪə
taie
ment
mənt
mēnt

Ορισμός και σημασία του "early retirement"στα αγγλικά

Early retirement
01

προωρη συνταξιοδότηση, προσυνταξιοδότηση

the act of leaving a job or career permanently before the typical retirement age 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He chose early retirement to spend more time with his family. 

Επέλεξε την πρόωρη συνταξιοδότηση για να περάσει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store