kitchen scale
kit
ˈkɪ
ki
chen
ʧən
chēn
scale
skeɪl
skeil

Ορισμός και σημασία του "kitchen scale"στα αγγλικά

01

κουζινικός ζυγός, ζυγός κουζίνας

a device used to measure the weight or amount of ingredients in cooking or baking 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
kitchen scales
Παραδείγματα
He used a kitchen scale to weigh the tomatoes before adding them to the salad. 

Χρησιμοποίησε μια κουζινική ζυγαριά για να ζυγίσει τις ντομάτες πριν τις προσθέσει στη σαλάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store