beach holiday
beach
ˈbi:ʧ
μπιτσ
ho
χο
li
λα
day
deɪ
ντει

Ορισμός και σημασία του "beach holiday"στα αγγλικά

01

διακοπές στην παραλία, παραλιακή άδεια

a vacation spent at or near a beach, typically involving relaxation, swimming, and other seaside activities 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
beach holidays
Παραδείγματα
They booked a beach holiday to escape the cold winter weather. 

Κράτησαν διακοπές στην παραλία για να ξεφύγουν από το κρύο χειμερινό καιρό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store