open space
o
ˈoʊ
ου
pen
pən
παν
space
speɪs
σπεισ
/ˈəʊpən spˈeɪs/

Ορισμός και σημασία του "open space"στα αγγλικά

01

ανοιχτός χώρος, ελεύθερος χώρος

an area that is free from buildings or other obstructions, often used for outdoor activities
open space definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open spaces
Παραδείγματα
Open spaces are essential in cities to provide areas for exercise and leisure.
Οι ανοιχτοί χώροι είναι απαραίτητοι στις πόλεις για να παρέχουν χώρους για άσκηση και αναψυχή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store