street market
street
ˈstri:t
στριτ
mar
mɑ:
μα
ket
kɪt
κιτ

Ορισμός και σημασία του "street market"στα αγγλικά

01

παζάρι του δρόμου, αγορά υπαίθρου

an outdoor market where goods like food are sold by vendors along a street or in an open area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
street markets
Παραδείγματα
We visited the street market to buy fresh fruit and vegetables. 

Επισκεφτήκαμε την αγορά του δρόμου για να αγοράσουμε φρέσκα φρούτα και λαχανικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store